φτερό /ftɛ́ro/ Noun

English
feather
Ελληνικά
φτερό

Example

  • Ο παγανός επέδειξε ένα ζωηρό πούπουλο (φτερό / πτέρυγμα / πούπουλο) του παγωνιού.
  • The peacock displayed a vibrant feather.
  • Το «πούπουλο» είναι πιο ζεστό και αφορά το μαλακό μέρος.