πρέπον /ˈpre.pon/ Adjective

English
proper
Ελληνικά
πρέπον

Example

  • Έπρεπε να είχαμε κάνει μια πρέπουσα συζήτηση πριν την ψηφοφορία.
  • We should have had a proper discussion before voting.
  • Εδώ τονίζεται η αναγκαιότητα μιας ουσιαστικής και ολοκληρωμένης συζήτησης.