Προσφορά /proˈsfora/ Noun

English
offer
Ελληνικά
Προσφορά

Example

  • Η Μαρία δέχτηκε την επαγγελματική [προσφορά] αμέσως.
  • She accepted his job offer immediately.
  • Εδώ εννοούμε την πρόταση εργασίας.