Προσοχή /prosoˈxʲi/ Noun

English
caution
Ελληνικά
Προσοχή

Example

  • Οι πεζοπόροι προχώρησαν με ακραία **προσοχή** (επιμέλεια / φροντίδα / επιφυλακτικότητα) — η διαδρομή ήταν ολισθηρή.
  • The hikers proceeded with extreme caution.
  • Η 'ακραία προσοχή' είναι μαγνητική φράση.