ΠΤΗΣΗ /ptiˈsi/ Noun
- English
- flight
- Ελληνικά
- ΠΤΗΣΗ
Example
- Η πτήση καθυστέρησε λόγω των κακών καιρικών συνθηκών (καθυστέρησε η πτήση [ανέβαλε / ανέβαλε / κράτησε πίσω]).
- The flight was delayed due to bad weather.
- Οι καθυστερήσεις είναι συχνό θέμα συζήτησης στα αεροδρόμια.