αέρα / sauce (ως δάνειο) /sɔːs/ Noun

English
sauce
Ελληνικά
αέρα / sauce (ως δάνειο)

Example

  • Τα μακαρόνια ήταν καλυμμένα με μια πλούσια ντοματένια [σάλτσα].
  • The pasta was covered in a rich tomato sauce.
  • Η σάλτσα ντομάτας είναι η πιο κλασική χρήση.