σχήμα /ˈsçima/ NounEnglishshapeΕλληνικάσχήμαExampleΤα μπισκότα κόπηκαν στο σχήμα των αστεριών.The cookies were cut into the shape of stars.Εδώ το σχήμα είναι η τελική, ορατή μορφή.