σέξι /ˈseksi/ Adjective

English
sexy
Ελληνικά
σέξι

Example

  • Η τραγουδίστρια είχε μια πολύ σέξι σκηνική παρουσία. [γοητευτικό / ελκυστικό / αισθησιακό] — της: The lead singer had a very sexy stage presence.
  • The lead singer had a very sexy stage presence.
  • Εδώ το 'σέξι' καλύπτει την αύρα και την κίνηση.