σοκ / σοκάρω /ʃok/ Noun
- English
- shock
- Ελληνικά
- σοκ / σοκάρω
Example
- Η είδηση του ξαφνικού του φυγής ήρθε σαν τεράστιο σοκ. [Συντριβή / Ταραχή / Πλήγμα]
- The news of his sudden departure came as a huge shock.
- Το «σοκ» εδώ είναι η άμεση, ψυχολογική αντίδραση.