σημαδεύω / σημάδι /simɐˈðevo/ Noun

English
mark
Ελληνικά
σημαδεύω / σημάδι

Example

  • Υπήρχε ένα σκοτεινό στίγμα [αποτύπωμα / ίχνος / σημάδι] στο λευκό χαλί.
  • There was a dark mark on the white carpet.
  • Το 'στίγμα' είναι πιο έντονο, σχεδόν αρνητικό.