σκάω /ˈska.o/ Verb

English
burst
Ελληνικά
σκάω

Example

  • Αυτό το μπαλόνι θα [σκάσει] (έσκασε) αν το φουσκώσεις άλλο. [Ρήξη / Διάρρηξη / Σκάσιμο]
  • That balloon will burst if you blow it up any more.
  • Το «σκάω» είναι το πιο κοινό για φούσκες και σωλήνες.