Σκιά (ως δάνειο/νεολογισμός) /ʃeɪd/ Noun
- English
- shade
- Ελληνικά
- Σκιά (ως δάνειο/νεολογισμός)
Example
- Η [σκιά] της πευκοβελανιδιάς προσέφερε κάποια ανάσα.
- The shade of the pine tree provided some protection.
- Η λέξη «σκιά» εδώ είναι η πιο φυσική επιλογή.