σκηνικό / φάση /skiˈni.ko/ Noun
- English
- scene
- Ελληνικά
- σκηνικό / φάση
Example
- Η αστυνομία έφτασε στη [σκηνή] (τόπος / σημείο) του ατυχήματος.
- The police arrived at the scene of the accident.
- Το 'σκηνή' είναι το πιο συνηθισμένο για ατυχήματα/εγκλήματα.