σκοπός /skoˈpos/ Noun
- English
- purpose
- Ελληνικά
- σκοπός
Example
- Ο **σκοπός** (πρόθεση / επιδίωξη / στόχος) της συνάντησης είναι να συζητήσουμε τον νέο προϋπολογισμό.
- The purpose of the meeting is to discuss the new budget.
- Το 'σκοπός' είναι το πιο ουδέτερο και συχνό.