σταθεροποιώ / σταθεροποιήσω /stævɛɾoifiˈo/ Verb
- English
- stabilize
- Ελληνικά
- σταθεροποιώ / σταθεροποιήσω
Example
- Η κατάσταση του ασθενούς [σταθεροποιήθηκε] μετά την επέμβαση.
- The patient's condition stabilized after the surgery.
- Εδώ χρησιμοποιείται το αόριστο (έκανα).