Στενά /stiˈna/ Adverb

English
closely
Ελληνικά
Στενά

Example

  • Η αστυνομία παρακολουθεί **στενά** την κατάσταση.
  • The police are closely monitoring the situation.
  • Εδώ το 'στενά' δίνει την αίσθηση του συνεχούς και έντονου ελέγχου.