Κορμός / Κοτσάνι (για τη ρίζα) & STEM (για το ακρωνύμιο) /ˈstɛm/ Noun

English
stem
Ελληνικά
Κορμός / Κοτσάνι (για τη ρίζα) & STEM (για το ακρωνύμιο)

Example

  • Το τριαντάφυλλο έχει ένα αγκαθωτό [στέλεχος].
  • The rose has a thorny stem.
  • Εδώ εννοούμε το φυτικό τμήμα, το 'κοτσάνι' είναι πιο καθημερινό.