στέρω /steˈro/ Verb
- English
- deprive
- Ελληνικά
- στέρω
Example
- Η νέα πολιτική θα **στερήσει** τις οικογένειες χαμηλού εισοδήματος από την προσιτή στέγαση.
- The new policy will deprive low-income families of affordable housing.
- Εδώ χρησιμοποιείται ο αόριστος (στερήσει) για να δηλώσει μελλοντική δράση.