Στόχος /ˈsto.xos/ Noun
- English
- goal
- Ελληνικά
- Στόχος
Example
- Κεφαλιά με δύναμη και [στόχος] (αποτέλεσμα / σκοπός / τέρμα) σε κενή εστία.
- He headed the ball into an open goal.
- Στον αθλητισμό, το 'τερμα' είναι πιο συγκεκριμένο, αλλά το 'στόχος' είναι γενικότερο.