συναίσθημα /sinaɪˈsθima/ Noun

English
emotion
Ελληνικά
συναίσθημα

Example

  • Πνίγηκε στα [συναίσθημα: αίσθημα / πάθος / συγκίνηση] όταν είδε την ανακοίνωση.
  • She was overwhelmed with emotion.
  • Εδώ το 'πνίγηκε' τονίζει την ένταση, την πλημμυρίδα.