συχνά /sˈxna/ Adverb
- English
- frequently
- Ελληνικά
- συχνά
Example
- Τα λεωφορεία εκτελούν δρομολόγια [Συχνά] ανάμεσα στην πόλη και το αεροδρόμιο.
- Buses run frequently between the city and the airport.
- Εδώ το 'Συχνά' είναι η πιο φυσική επιλογή για συχνή επανάληψη.