συγκρότημα /siŋkoˈtimat/ Noun

English
band
Ελληνικά
συγκρότημα

Example

  • Το συγκρότημα έπαιξε ένα φανταστικό σετ στο φεστιβάλ χθες το βράδυ.
  • The band played a fantastic set at the festival last night.
  • Το 'σετ' (set) είναι κοινά αποδεκτό στον μουσικό χώρο.