Ψυχολογική Υποστήριξη /psi.xo.loˈʝi.ki i.pos.tiˈri.ksi/ Noun

English
counselling
Ελληνικά
Ψυχολογική Υποστήριξη

Example

  • Το ζευγάρι αποφάσισε να ξεκινήσει [Συμβουλευτική] (Συμβουλευτική / Ψυχολογική Υποστήριξη / Καθοδήγηση) σχέσεων.
  • The couple decided to go for relationship counselling.
  • Η «Συμβουλευτική Σχέσεων» είναι ο καθιερωμένος όρος.