συνάθροιση / μαζευτήκαμε /sinaˈθroisi/ Noun
- English
- gathering
- Ελληνικά
- συνάθροιση / μαζευτήκαμε
Example
- Η γειτονική [συνάθροιση] ήταν μεγάλη επιτυχία.
- The neighborhood gathering was a great success.
- Η 'συνάθροιση' έχει μια ελαφρώς πιο επίσημη, αλλά ζεστή χροιά.