ταχύς / ταχέως /taˈçis/ Επιθετικό

English
rapid
Ελληνικά
ταχύς / ταχέως

Example

  • Η ταχεία ανάπτυξη του διαδικτύου άλλαξε τον τρόπο που επικοινωνούμε. [οξύς / ακαριαίος / γρήγορος] — της: The rapid growth of the internet changed how we communicate.
  • The rapid growth of the internet changed how we communicate.
  • Το 'ταχεία' εδώ τονίζει την ένταση της αλλαγής, όχι μόνο την ταχύτητα.