ταξίδι /taksiˈði/ Noun

English
trip
Ελληνικά
ταξίδι

Example

  • Είχες καλό [ταξίδι];
  • Did you have a good trip?
  • Η πιο συνηθισμένη ευχή πριν ή μετά από μετακίνηση.