ταξιδιώτης /taksiˈðiotis/ Noun

English
traveller
Ελληνικά
ταξιδιώτης

Example

  • Η [ο ταξιδιώτης] είναι συχνή επισκέπτρια στο Βέλγιο.
  • She is a frequent traveller to Belgium.
  • Χρησιμοποιούμε το 'ταξιδιώτης' για συχνές μετακινήσεις.