Δάσκαλος /ˈðas.ka.los/ NounEnglishteacherΕλληνικάΔάσκαλοςExampleΗ κυρία Μαρία είναι αφοσιωμένη [δάσκαλος/δασκάλα] Φυσικής.She is a dedicated science teacher.Χρησιμοποιούμε το θηλυκό 'δασκάλα' εδώ για ακρίβεια.