διακόπτω/διακόψω διακόπτω/διακόψω Verb
- English
- terminate
- Ελληνικά
- διακόπτω/διακόψω
Example
- Η γραμμή του λεωφορείου [τερματίζει] στο κέντρο της πόλης.
- The bus service terminates at the city center.
- Εδώ χρησιμοποιείται ως αμετάβατο, τονίζοντας το τέλος της διαδρομής.