θαύμα /θávma/ Noun

English
miracle
Ελληνικά
θαύμα

Example

  • Το θαύμα της ανατολής του ήλιου δεν παύει ποτέ να με συγκινεί.
  • The miracle of the sunrise never ceases to amaze me.
  • Εδώ χρησιμοποιείται μεταφορικά για την ομορφιά της φύσης.