θέαμα /θeˈama/ Noun
- English
- spectacle
- Ελληνικά
- θέαμα
Example
- Η παρέλαση ήταν ένα μεγαλοπρεπές θέαμα χρώματος και ήχου. [Εντυπωσιακό γεγονός / Παράσταση / Αξιοθέατο] — της: Η παρέλαση ήταν ένα μεγαλοπρεπές θέαμα χρώματος και ήχου.
- The parade was a magnificent spectacle of color and sound.
- Το 'θέαμα' εδώ τονίζει την οπτική πανδαισία.