Θέμα /ˈθema/ NounEnglishsubjectΕλληνικάΘέμαExampleΤο **θέμα** της διάλεξης ήταν η κλιματική δράση.The subject of the lecture was climate action.Εδώ το 'θέμα' είναι ο τίτλος/περιεχόμενο.