Θεωρία /θe.oˈri.a/ Noun
- English
- theory
- Ελληνικά
- Θεωρία
Example
- Η θεωρία (επιστημονική υπόθεση / εικασία / σύστημα) του Δαρβίνου είναι κεντρική στη βιολογία.
- The theory of evolution is central to biology.
- Εδώ η 'θεωρία' είναι το θεμέλιο της επιστήμης.