Ζέστη /ˈzesti/ Noun

English
heat
Ελληνικά
Ζέστη

Example

  • Η [ΘΕΡΜΟΤΗΤΑ] ανεβαίνει στο δωμάτιο.
  • Heat rises in a room.
  • Αναφέρεται στην αύξηση της θερμοκρασίας.