Καθιερώνω / Ιδρύω /kaθieˈro̱no̱/ Verb
- English
- establish
- Ελληνικά
- Καθιερώνω / Ιδρύω
Example
- Η επιτροπή [Θεσπίζω] (ιδρύθηκε / καθιερώθηκε / εδραιώθηκε) το 1912.
- The committee was established in 1912.
- Το «Θεσπίζω» είναι το πιο επίσημο για νόμους/επιτροπές.