Υπέροχος /iˈperohos/ Adjective

English
lovely
Ελληνικά
Υπέροχος

Example

  • Φαινόταν ιδιαίτερα [Υπέροχος] με εκείνο το φόρεμα.
  • She looked particularly lovely in that dress.
  • Εδώ τονίζει την ομορφιά της εμφάνισης.