Βαγόνι / Άμαξα /vaˈɣoni/ Noun

English
carriage
Ελληνικά
Βαγόνι / Άμαξα

Example

  • Το τρένο έχει οκτώ [βαγόνια] — η [αμαξοστοιχία] είναι μεγάλη.
  • The train has eight carriages.
  • Το 'βαγόνι' είναι ο πιο συνηθισμένος όρος για τα σύγχρονα τρένα.