άδεια /aˈðia/ Noun

English
licence
English
licence

Example

  • Οι υποψήφιοι πρέπει να κατέχουν έγκυρη **άδεια οδήγησης**.
  • Applicants must hold a valid driving licence.
  • Η οδήγηση είναι το πιο συχνό παράδειγμα.