Αυτοκίνητο /aˈmaksi/ Noun

English
car
English
car

Example

  • Η Πωλίνα μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε οδηγώντας.
  • Paula got into the car and drove off.
  • Η λέξη 'αυτοκίνητο' είναι η πιο συνηθισμένη και ουδέτερη επιλογή.