η ατζέντα /aˈd͡ʒenda/ Noun

English
agenda
English
agenda

Example

  • Ο πρόεδρος μοίρασε [ημερήσια διάταξη (ατζέντα) — κατάλογος/πρόγραμμα/θέματα] πριν τη σύσκεψη.
  • The chairperson circulated the agenda before the meeting.
  • Το 'ατζέντα' είναι πιο συνηθισμένο στον προφορικό λόγο.