αναμενόμενο /ana.meˈno.me.no/ Επιθετικό

English
expected
English
expected

Example

  • Η **αναμενόμενη** αύξηση της ΑΙ θα είναι τεράστια. (Η **προβλεπόμενη** / Η **αναμενόμενη**)
  • The expected growth in AI will be massive.
  • Εδώ τονίζουμε την πρόβλεψη, όχι την απλή προσδοκία.