Ανυψώνω / Ασανσέρ /aniˈpso̱no/ NounEnglishliftEnglishliftExampleΟ [ανελκυστήρας] χάλασε, οπότε πρέπει να πάρουμε τις σκάλες.The lift is out of order, so we have to take the stairs.Η λέξη 'ανελκυστήρας' είναι η επίσημη, 'ασανσέρ' η πιο συχνή.