Ανώνυμος /a.niˈmos/ Adjective
- English
- anonymous
- English
- anonymous
Example
- Ο ανώνυμος δωρητής (απροσδιόριστος / άγνωστος) έδωσε ένα εκατομμύριο στο νοσοκομείο.
- The anonymous donor gave a million dollars to the hospital.
- Στην Ελλάδα, η ανωνυμία στις δωρεές εκτιμάται ιδιαίτερα.