ΚΕΡΝΑΩ / ΚΑΚΟΜΕΤΑΧΕΙΡΙΖΟΜΑΙ /ˈcer.na.o/ (ΚΕΡ-να-ω) Verb
- English
- treat
- English
- treat
Example
- Πρέπει να [αντιμετωπίζεις] τους άλλους όπως θέλεις να σε [αντιμετωπίζουν].
- You should treat others as you want to be treated.
- Εδώ χρησιμοποιείται ο Ενεστώτας για γενική αρχή.