αντιπαραβολή /antiparavolˈi/ Noun

English
contrast
English
contrast

Example

  • Η πόλη και η εξοχή παρουσιάζουν ενδιαφέρουσα **αντίθεση**.
  • The two cities make an interesting contrast.
  • Εδώ τονίζεται η οπτική ή εννοιολογική διαφορά.