αντίσταση /anˈtistasi/ Noun
- English
- opposition
- English
- opposition
Example
- Η **αντίθεση** (διαφωνία / αντίσταση / διαφωνία) ήρθε κυρίως από το φοιτητικό σώμα.
- Opposition came primarily from the student body.
- Η «αντίθεση» εδώ είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.