Αποφασιστικότητα /a.fo.fasi.ði.koˈti.ta/ Noun
- English
- determination
- English
- determination
Example
- Η ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑ της να πετύχει ήταν σαν φάρος. (Επιμονή / Σταθερότητα / Θέληση) — της αφοσίωσης
- Her determination to succeed is unmatched.
- Εδώ τονίζεται η εσωτερική πηγή της δύναμης.