αυτόματος /afˈtomatos/ Adjective
- English
- automatic
- English
- automatic
Example
- Η είσοδος έχει αυτόματες πόρτες που ανοίγουν με αισθητήρα.
- The building has automatic doors that slide open.
- Η λέξη 'αυτόματος' εδώ τονίζει την έλλειψη χειροκίνητης ενέργειας.