αμήχανος /amiˈxanos/ Επίθετο
- English
- awkward
- English
- awkward
Example
- Επικράτησε μια **άβολη** σιωπή αφού έκανε το αστείο. [Η **αμηχανία** / Η **δυσφορία** / Η **αδεξιότητα**] — Η σιωπή ήταν τόσο βαριά που ένιωθες ότι θα σπάσει.
- There was an awkward silence after he made the joke.
- Το «άβολη σιωπή» είναι η πιο μαγνητική έκφραση.