αξία /aˈksia/ ΟυσιαστικόEnglishmeritEnglishmeritExampleΗ πρόταση έχει σημαντική αξία (αξία / αξιοσύνη / προσόν) — η ιδέα είναι στέρεη.The plan has considerable merit.Εδώ η 'αξία' τονίζει την ουσιαστική ποιότητα της πρότασης.